αρμένικος

-η, -ο και -κός, -ή, -ό (AM ἀρμενικός, -ή, -όν)
αυτός που ανήκει σε Αρμένιο (ή Αρμενίους) ή που προέρχεται απ' αυτόν
νεοελλ.
1. το θηλ. ως ουσ. η Αρμενική
η αρμενική γλώσσα
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα Αρμένικα
η αρμενική γλώσσα
3. φρ. α) «αρμένικη βίζιτα» — ενοχλητική, παρατεταμένη επίσκεψη
β) «αρμένικο στόμα» — για υπερβολική φλυαρία
γ) «αρμένικο πείσμα» — επίμονο πείσμα
αρχ.
το θηλ. ως ουσ. ἡ ἀρμενική
η βερικοκιά.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αρμένικος — η, ο αυτός που γίνεται με τον (θεωρούμενο) τρόπο των Αρμενίων: Η βίζιτά μας ήταν αρμένικη· το ουδ. στον πληθ. ως ουσ., αρμένικα η αρμενική γλώσσα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αρμενιακός — ή, ό (AM ἀρμενιακός, ή, όν) ο αρμενικός αρχ. μσν. ο Αρμένιος αρχ. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἀρμενιακόν το βερίκοκο. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. < Αρμενία ή Αρμένιος]. ή, ό βλ. αρμενικός …   Dictionary of Greek

  • Αρμενία — I Ιστορική γεωγραφική περιοχή (περ. 140.000 τ. χλμ.) της δυτικής Ασίας με ασφαλή μάλλον φυσικά σύνορα. Γενικά ως Α. ορίζεται η περιοχή που εκτείνεται σε μήκος μεταξύ του άνω ρου του Ευφράτη και της λεκάνης της Ουρμίας λίμνης και σε πλάτος μεταξύ… …   Dictionary of Greek

  • αλπική φυλή — Κύρια χαρακτηριστικά της είναι η έντονη βραχυκεφαλία (δηλαδή κεφάλι πολύ πλατύ σε σχέση με το μήκος του κρανίου), κεφαλικός δείκτης μεταξύ 85 και 87, πλατύ πρόσωπο, σχετικά μικρή και συχνά κυρτή μύτη, ανοιχτό χρώμα επιδερμίδας, όχι όμως τόσο όσο… …   Dictionary of Greek

  • Λβιβ ή Λβοφ — (ουκραν. Lviv, πολων. Lwόw, γερμ. Lemberg). Πόλη (732.000 κάτ. το 2001) της Δημοκρατίας της Ουκρανίας, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας (21.800 τ. χλμ., 2.626.500 κάτ.). Είναι χτισμένη κοντά στον ποταμό Πολτέφ, μικρό παραπόταμο του Μπουγκ… …   Dictionary of Greek

  • ՀԱՅԵՐԷՆ — ( ) NBH 2 0030 Chronological Sequence: Early classical, 5c, 8c, 10c, 12c, 13c մ. ἁρμενικῶς armeniace. Հայ բարբառով. ʼի լեզու հայոց. հայրէն, հայնակ. ... *Ամսոյն ադարայ, որ է հայերէն արեգ. Եսթ. ՟Ժ՟Ա. 2: *Յունարէն դիոս թարգմանի, եւ հայերէն արամազդ.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.